Καρπενήσι.
Οθωμανική κυριαρχία 1393 - 1828.
«Εκείθεν προχωρήσαντες προς Δυσμάς επί 4 ώρας δια μέσου κήπου και δασών, βαδίζοντες εις τας παρυφλάς τούτων, αφίχθημεν εις το χωρίων Καρενπές. Είναι υπό την διοίκησιν και εντός των ορίων της Ναυπάκτου. Ονομάζεται ούτω, διότι... Είναι καζάς βαθμού πεντήκοντα ακτσέδων. Περιλαμβάνει... χωρία. Έχει χακίμην σαντζάκμπεην (;) και βοεβόδα. Είναι έδρα κετχουδά, σερδάρη, μουχτασίπ και χαράτς αγά. Μεταξύ των προεστώτων και προυχόντων είναι και ο καδής Καρπενησίου. Έχει δε πλείστους ουλεμάδες, σοφούς, ιερωμένους και αρχηγούς μονών. Ως φιλανθρωπικόν ίδρυμα η πόλις έχει ένα... Είναι αυτή ως ένας αμπελών και τόπος αναψυχής. Εν συνόλω έχει... μαχαλάδες και καλοκτισμένα κεραμοσκεπή ισόγεια και ανώγεια αρχοντόσπιτα. Έχει νερά κρυστάλλινα και υγιεινά. Έχει... διοικητήρια και προσκυνητάρια. Κατά πρώτον το τζαμί... ευρίσκεται εντός της αγοράς, το τζαμί... και το τζαμί... έχει ... μεστσίτια εις τους μαχαλάδες, ένα μεντρεσέν, σχολεία παιδιών και δύο τεκέδες. Έχει και δύο ωραία λουτρά και... χάνια δι εμπόρους ως και τέσσαρα μαγαζιά, αλλά πεζεστένι δεν έχει. Εν τούτοις δύναται να εύρη κανείς κάθε εμπόρευμα. Έχει κλίμα και νερό πολύ ευχάριστα. Εις τους κήπους και τους αμπελώνας του παράγονται αγγούρια και κυδώνια περίφημα. Οι κάτοικοί του είναι ελληνοπρεπείς και ο σουφράς των ανοικτός εις όλους, τα τρόφιμά των άφθονα, είναι και φιλόπτωχοι. Πολλοί κάτοικοί του αποζούν από το εμπόριον. Σκάλα των είναι τα Σάλωνα και η Ναύπακτος».
Έτσι παρουσιάζει το Καρπενήσι ο Τούρκος περιηγητής Evliya ?elebi, κατά την επίσκεψή του στα 1668. Η αναφορά του εμπεριέχει πολύτιμες πληροφορίες για την διοικητική οργάνωση του Καρπενησίου κατά την περίοδο εκείνη. Διοικούνταν από κετχουδά ή κεχαγιά, ο οποίος διαχειρίζονταν τα οικονομικά, ήταν επιστάτης και προϊστάμενος της διοίκησης. Είχε έδρα σερδάρη, δηλαδή αρχηγού γενιτσάρικου σώματος, Μουχτασίπ αγασί, τουτέστιν αγορανόμου και επόπτη οικονομικών συναλλαγών, Χακίμη, ήτοι ανώτερο δικαστικό και φυσικά χαράτς αγασί, φοροεισπράκτορα. Υπεύθυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, ήταν ο βοεβόδας. Ήταν ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής του καζά και των σπαχίδων. Εκπροσώπους του στα χωριά, είχε από έναν τσερίμπαση (αξιωματικό). Ο Καδής, ήταν ο δικαστής και ο επόπτης των οικονομικών υπηρεσιών και των διοικητικών υπαλλήλων. Αλληλογραφούσε με την Πύλη για οποιοδήποτε θέμα της διοίκησης. Από εδώ βγαίνει και η παροιμία: "Ο Καδής γαμεί τη μάνα σου, που θα πάγεις να κριθείς", γιατί ο φτωχός ραγιάς, δεν είχε την δυνατότητα να ικανοποιήσει τη χρηματική απληστία του Καδή.
Οι Τούρκοι, πρωτοεμφανίζονται στο Καρπενήσι το 1393. Επιβάλουν, κατά το οθωμανικό διοικητικό σύστημα, έναν στρατοκρατικό μηχανισμό, για τον έλεγχο της κοινωνίας και την είσπραξη φόρων από τους υπηκόους του Σουλτάνου, αντί του αστυνομοκρατικού μηχανισμού των ημερών μας. Πρώτη αναφορά για καζά Καρπενησίου, συναντάμε σε οθωμανικό κατάστιχο του 1488 - 1489 και αναφέρεται ως κωμόπολη (qas?ba) με τέσσερις ναχαχιέδες. Αρχικά, ο καζάς Καρπενησίου, με αυτόν των Αγράφων, υπάγονταν στο σαντζάκι των Τρικάλων. Το 1499, με την ίδρυση του σαντζακιού της Ναυπάκτου, ο καζάς Καρπενησίου προσαρτάται σε αυτόν. Από τα τέλη του 18ου αιώνα, αν και τυπικά ανήκει στο σαντζάκι της Ναυπάκτου, ουσιαστικά - οικονομικά και διοικητικά - ελέγχεται από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων.
Τα όρια του καζά του Καρπενησίου βρίσκονταν βόρεια στο Βελούχι, ανατολικά από τις ράχες του Τυμφρηστού μέχρι και την Άμπλιανη, νότια ως το Παναιτωλικό όρος και δυτικά μέχρι τον Μέγδοβα ποταμό. Προεπαναστατικά, ο καζάς του Καρπενησιού, επεκτάθηκε προς νότο, προσαρτώντας και την περιοχή του Απόκουρου. Ουσιαστικά, τα όριά του, έφτασαν μέχρι τη λίμνη της Τριχωνίδας και, βάση γεωφυσικών και οικονομικών δεδομένων, αποτελούνταν από τέσσερις ναχαγιέδες: Ανατολικά του Καρπενησιώτη ποταμού ήταν τα 26 Βλαχοχώρια και δυτικά του βρίσκονταν τα 16 Πολιτοχώρια. Σ' αυτόν ανήκαν ακόμα τα 16 χωριά του Σοβολάκου που απλώνονταν από τα "Διπόταμα" ως το Παναιτωλικό όρος, καθώς και η περιοχή του Απόκουρου, νότια του Παναιτωλικού όρους, με τα 23 χωριά της.
Σε όλη την πορεία της οθωμανικής κυριαρχίας, στο Καρπενήσι δεν έλειπαν οι εντάσεις και οι αψιμαχίες. Το Καρπενήσι, εκείνη την εποχή, ήταν μια μικρή ορεινή πόλη, με δύσβατα και απόκρημνα μέρη, που μέσα τους αναπτύχθηκε και ζούσε μια "παρακοινωνία". Ήταν οι ανυπότακτοι, οι ανένταχτοι του συστήματος, που δεν δέχονταν εντολές, διαταγές και εξευτελισμούς. Που ήθελαν να ζούνε ελεύθεροι, έστω και σαν αγρίμια, αρπάζοντας και αποκομίζοντας για τη συντήρησή τους οφέλη από το ίδιο το σύστημα, αλλά και για να καζαντίσουν. Ήταν οι ληστές, οι κατοπινοί κλέφτες, που μετέπειτα θα πρωταγωνιστήσουν στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Η οπλοφορία στην Ευρυτανία, έχει τις ρίζες στις στα βάθη των αιώνων, ενώ η ληστεία έχει βίο παράλληλο με τα ισχυρά τσελιγκάτα των βουνών. Οι ληστές ήταν οργανωμένοι σε "συμμορίες", σε συντροφιές. Μαζί τους είχαν τους βοηθούς τους (ψυχοπαίδια), τις γυναίκες τους, διαχειριστές, μαγείρους, τα κοπάδια τους κ. ά.. Διέπονταν από σκληρούς, άγραφους νόμους, ενώ στην ομάδα, κατά κανόνα, εντάσσονταν και στρατολογούνταν ρωμαλέοι νέοι. Στην αντίληψή τους η ληστεία ήταν "ηθικά" δικαιωμένη πράξη, άξια επαίνου, δόξας, ανδρείας και παλικαριάς. Ληστεύουν ευκατάστατους γαιοκτήμονες, εφοδιοπομπές, εμπόρους κ.λ.π. Το Καρπενήσι, στα μέσα του 18ου αιώνα, λεηλατείται τρεις φορές από ομάδες ληστών. Η ομάδα υπό τους Γιολδάση και Τουρκέτο, που το Μάιο του 1764 εισβάλει σ' αυτό πόλη, αποτελείται από 300 ληστές. Στην πλειονότητά τους προστάτευαν τα καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα, τιμωρώντας τους ισχυρούς του συστήματος και τους βασανιστές, πράγμα που τους έκανε ιδιαίτερα συμπαθείς. Τέτοιες ομάδες ήταν οι Κατασαντωναίοι, οι Μπουκουβαλαίοι, οι Γιολδασαίοι κ.ά.
Η ληστεία ήταν η σαρκοφάγος του οθωμανικού συστήματος και τα σουλτανικά φιρμάνια με διατάγματα και μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου τελειωμό δεν είχαν. Από φιρμάνι του 1755, διαβάζουμε ότι διατάσσονται "?οι ιεροδίκαι και ναΐπαι Τρικάλων και Αγράφων και Καρπενησίου" για τα ακόλουθα: "Επειδή οι υπό το πρόσχημα της φυλάξεως των ντερβενίων κατακλύσαντες τα βιλαέτια της Ρούμελης
λησταί και καπεταναίοι αυτών δεν έπαυσαν να προξενούν ζημίας εις τους οδοιπόρους και ραγιάδες, αφηρέθη το δικαίωμα της φυλάξεως των ντερβενίων από ειρημένους κλέφτες. Του λοιπού, δεν θα διορίζονται φύλακες των ντερβενίων λησταί και Αλβανοί και εν γένει ραγιάδες, αλλά κατά το σύστημα το εφαρμοσθέν επί της εποχής του αποθανόντος βεζίρη Οσμάν Πασά, η διοίκησις των ντερβενίων θα ανατίθεται εις έμπιστους μουσουλμάνους, εκλεγομένους ομοφώνω γνώμη των αγιάν, των προκρίτων και των κατοίκων εκάστου καζά τη εγγυήσει των μουχτάρηδων, διοριζομένων παρ' αυτούς και επαρκών εκ των παρεχόντων εμπιστοσύνην εντοπίων". Συνεχίζει επιτάσσοντας να μην εισπράττουν οι νέοι φύλακες δικαίωμα διόδου από τους διερχόμενους εμπόρους, τις χρηματαποστολές και τους διαβάτες. Και καταλήγει ως εξής: "Εάν δε συμβούν απώλειαι εντός των συνόρων των, οι κάτοικοι θα είναι υπόχρεοι εις αποζημίωσιν [...]. Προς τούτο δέον όπως πάντες οι κάτοικοι υποσχεθούν αλληλεγγύως δια πράξεως ως καταχωρουμένης εις τα αρχεία του ιεροδικείου, ώστε εάν εφεξής συμβή γεγονός αντίθετον προς την υπόσχεση των ταύτην, άνευ αναβολής να εισπραχθή υπό του δημοσίου σχετική αποζημίωσις. Τα γραπτά υποσχετικά έγγραφα θέλουν συγκεντρωθή από κάθε καζάν εις Κωνσταντινούπολιν". Όμως, όπως μας πληροφορεί ο Pouqueville : "Τους καθαρόαιμους Αιτωλούς, την ανεμελιά τους, την περιφρόνησή τους προς τον θάνατο, καθώς ζούσαν συνέχεια σε εμπόλεμη κατάσταση και την επιρρέπειά τους στις ληστρικές επιδρομές, ξαναβρίσκουμε στους λαούς των ορέων Άγραφα και Καρπενήσι. Ψηλοί, καλοκαμωμένοι, γεμάτοι ενέργεια από αυτή που χαρίζει ο ζωτικός αέρας των βουνών, μαζί με το γάλα της μάνας τους θηλάζουν και μιαν υπερηφάνεια που τους έκανε πάντοτε ικανούς να αποτρέπουν κάθε απόπειρα επιβολής της τυραννίας".
Η Πύλη, δεν είχε άλλη λύση από το συνεργαστεί και να αφομοιώσει τους κλέφτες στο σύστημα. Έτσι δημιουργήθηκαν τα αρματολίκια. Ο θεσμός αυτός έρχεται από τα βάθη των αιώνων. Έρχεται από τους Μακεδόνες, τους Ρωμαίους με τα Praesidia Armata και τους Βυζαντινούς με του Ακρίτες. Οι ισχυρότερες ομάδες κλεφτών έμπαιναν, έναντι μεγάλων οικονομικών ανταλλαγμάτων και αυτονομίας, στην υπηρεσία του οθωμανικού κράτους. Ο ρόλος τους ήταν να φροντίζουν την ομαλή λειτουργία των δερβενιών, όπως και την ασφάλεια και την τάξη στο αρματολίκι. Γνωστοί αρματολοί του Καρπενησίου ήταν ο Καρά Μιχάλης στα χρόνια του Murad B ', ο Λιβίνης στα μέσα του 17ου αιώνα, οι Συκαίοι, οι Γιολδασαίοι, οι Λεπενιωταίοι, ο Καραϊσκάκης τον 19ου αιώνα κ. α.. Οι σχέσεις τους με τους κλέφτες είναι ιδιότυπη. Υπάρχει εναλλαγή ρόλων ανάλογα με την ισχύ και την επιρροή που έχει ο Καπετάνιος της κλέφτικης ή της αρματολίτικης ομάδας. Υπήρχαν σχέσεις συγγένειας μεταξύ τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις διευρύνονταν σε μεγάλο βαθμό. Όμως και οι διαμάχες δεν έλειψαν μεταξύ τους, όπως μεταξύ του Γεωργίου Καραϊσκάκη και του Γιάννη Ράγκου για το αρματολίκι των Αγράφων κι αυτό, στην πιο κρίσιμη καμπή της επανάστασης του '21. Ήταν, όμως, δυνατόν οι αρματολοί να διορίζονται και από τις τοπικές αρχές, δηλαδή από τους μουσουλμάνους αγιάνηδες και τούς άλλους προκρίτους ραγιάδες ή από τα κατά τόπους ιεροδικεία. Εξαίρεση κλεφτών αποτελούσαν οι θρυλικοί Κατσαντωναίοι των Αγράφων. Αυτοί ήταν ο φόβος και ο τρόμος του συστήματος. Δεν προσκυνούσαν τον Αλή Πασά και ο συνεχής αναμεταξύ τους πόλεμος, είχε τη μορφή διαρκούς επανάστασης.
Επίσης, από το παραπάνω φιρμάνι, βλέπουμε, πως ο θεσμός "αρματολίκι" δεν έφερνε πάντα τα προσδοκώμενα. Έτσι, πολλές είναι οι απόπειρες κατάργησής του και αντικατάστασής του με "...εμπίστους μουσουλμάνους, εκλεγομένους ομοφώνω γνώμη των αγιάν, των προκρίτων και των κατοίκων εκάστου καζά...", αλλά, συνήθως, έφερνε τα αντίθετα αποτελέσματα, διότι οι αρματολοί μετατρέπονταν σε κλέφτες - και ο φαύλος κύκλος τελειωμό δεν είχε. Όπως στη περίπτωση των Λεπενιωταίων, οι οποίοι εισβάλουν και λεηλατούν τα κατά τόπους χωριά και αναγκάζουν τον Αλή Πασά να διορίσει τον Κώστα Λεπενιώτη Καπετάνιο στο αρματολίκι των Αγράφων. Η ανάγκη κατάργησή τους όμως, γίνονταν επιτακτική για την Πύλη για έναν ακόμα σοβαρό λόγο. Οι αρματολοί - ως σώμα οπλισμένο και ετοιμοπόλεμο - πρωτοστατούσε στις εξεγέρσεις με το σώμα των Κλεφτών.
-
Γκιόλιας Μ., Ιστορία Της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1393 - 1821), Εκδόσεις «ΠΟΡΕΙΑ», Αθήνα 1999. 616 σελ.
-
Μαυρομύτης Γ.Α., Καρπενήσι 1810 - 1820, Εκδόσεις «ΠΑΝΕΥΡΥΤΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ», Αθήνα 2006. 173 σελ.
-
Μηχιώτης Χ., Τυμφρηστός και Τυμφρήστιοι, Εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΛΙΑ», Αθήνα 1990. 296 σελ.
ΚΟΡΥΦΗ