Καρπενήσι.

Κυριαρχία Αλή πασά.

Η οθωμανική αυτοκρατορία, από τα τέλη του 18ου αιώνα, αρχίζει να χρεοκοπεί. Ο ανταγωνισμός των δυτικών δυνάμεων για τα ελληνικά νησιά από την μια μεριά και ο δεύτερος ρωσοτουρκικός πόλεμος (1782 - 1792) από την άλλη, την έχει αποδυναμώσει οικονομικά και πολιτικά. Υπό το πρίσμα αυτό, το έδαφος και οι προεργασίες για μια νέα επανάσταση ήταν ενθαρρυντικές.
Την ίδια εποχή, ο Αλής ο Τεπελενλής, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία του οθωμανικού κράτους, γίνεται μουτεσαρίφης των Ιωαννίνων.
Στις πολιτικές φιλοδοξίες του ήταν η δημιουργία αυτόνομου βασιλείου από την Ήπειρο ως τον Μοριά. Ειδικότερα, ο Αλή Πασάς, για δική του ασφάλεια και πλουτισμό και με τη σύμπραξη των Μπουκουβαλαίων, του Τσόγκα, των Κοντογιανναίων και άλλων αρματολών της Στερεάς, περιορίζει αρχικά και κατόπιν διώκει τους μπέηδες τιμαριούχους (σπαχήδες) και διευρύνει τις προϋποθέσεις αστικής αναπτύξεως.
Για να εδραιώσει τη θέση του, μετά τη θεαματική άνοδό του απέναντι στους ισχυρούς αντιπάλους του μπέηδες της Αλβανίας, φορά το προσωπείο του προστάτη των υποδούλων και συντελεί στην ιστορική αναβίωση της μνήμης του Κοσμά του Αιτωλού, ώστε να αποκτήσει λαϊκά ερείσματα. Τοποθετεί σε καίριες θέσεις της διοίκησής του Έλληνες, ενώ οι Τούρκοι περνούν σε δυσμενή θέση. Ορίζει ως πρωτεύουσά του τα Ιωάννινα και την Ελληνική γλώσσα ως επίσημη γλώσσα του κρατιδίου του. Τελικώς, αυτός ο πρώην λήσταρχος και ανταγωνιστής των Αλβανών και Τούρκων τοπαρχών, αναδεικνύεται σε μοναδικό κυρίαρχο της περιοχής. Πάντως, τα θετικά σημεία της πολιτικής του Αλή Πασά προς τους υπόδουλους, όπως η ανεξιθρησκία, η προώθηση του εμπορίου έστω με πρωτόγονα μέσα, η προστασία λειτουργίας των Ελληνικών σχολείων και πολλά άλλα, που αποσκοπούσαν στη διατήρηση λεπτών ισορροπιών, δεν στάθηκαν ικανά να αντισταθμίσουν την βία, την αυθαιρεσία, την τρομοκρατία και την καταπίεση σε όλους τους τομείς της διοίκησης που μεταχειριζόταν ο πανούργος Τεπελενλής και οι γιοι του, όπως π.χ. ο απαγχονισμός του Κατσαντώνη στα 1808 και ο πνιγμός της κυρα - Φροσύνης το 1801.

Στα πλαίσια της πολιτικής του ήταν και η σύσκεψη των κλεφταρματολών στο Καρπενήσι το καλοκαίρι του 1805. Σκοπός του ήταν να πετύχει μια διαρκή ειρήνη με τους Καπεταναίους που δεν συντάσσονταν μαζί του. Άλλοι μιλούν για συνδιαλλαγή, άλλοι ως αφετηρία συστηματικής αντίστασης κατά του Αλή και των Τούρκων.
Στην εν λόγω σύσκεψη, εκτός των Καπεταναίων που ήρθαν απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας, συμμετείχαν και στρατηγοί του Αλή Πασά, ενώ ως οικοδεσπότης της σύναξης φέρεται μια σημαντική προσωπικότητα, ο Καρπενησιώτης προεστός και πρώην αρματολός Δημήτριος Παλαιόπουλος. Κατά μία άλλη εκδοχή, λέγεται, ότι η σύναξη αυτή έγινε κατόπιν συνεννόησης του Δημήτριου Παλαιόπουλου και του θρυλικού κλεφταρματολού του Ολύμπου παπα-Θύμιου Βλαχάβα (Μπαχλάβα), ώστε να μελετήσουν ένα σχέδιο ανεξαρτησίας. Το σχέδιο αυτό, δεν προέβλεπε αγώνα με τη μορφή της ένοπλης πάλης, αλλά την ανατροπή του Αλή Πασά και την εγκατάσταση μιας Ελληνικής Κυβέρνησης, κατ' αρχάς, στις επαρχίες που ήλεγχαν και με την κατάλληλη ευκαιρία να επιτύχουν περισσότερα. Για την ενέργειά τους αυτή, ο Παλαιόπουλος συλλαμβάνεται από τον Αλή Πασά και φυλακίζεται στα Γιάννενα. Όταν καταφέρνει, μετά από δύο χρόνια, να δραπετεύει από τις φυλακές, κατεστραμμένος πλέον οικονομικά, αποδημεί στην Κωνσταντινούπολη όπου ζητάει άσυλο από τη Γαλλική πρεσβεία. Από εκεί, με τη μεσολάβηση συμπατριωτών του, καταλήγει στη Μολδαβία ως Φιλικός αγωνιστής στο πλευρό του Αθανασίου Καρπενησιώτη.

Το 1800, μετά από συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, τα Επτάνησα ανακηρύσσονται ανεξάρτητη πολιτεία. Οι συνεχείς πολεμικές διενέξεις μεταξύ των δύο χωρών, κρατούν σε εγρήγορση τους κλεφταρματολούς της Ελλάδας. Οι Ρώσοι βρίσκονται σε συνεχή επαφή μαζί τους και η Αγία Μαύρα (Λευκάδα) το κέντρο αυτών των επαφών.
Οι ανησυχίες του Αλή Πασά, γίνονται πράξη από τις σοβαρές προσβάσεις που έχουν οι Ρώσοι με τους μισητούς εχθρούς του, τους Σουλιώτες και τους Αγραφιώτες. Την πολιτική των προσεγγίσεων αναλαμβάνει ο Έλληνας στρατηγός του ρωσικού στρατού, Εμμανουήλ Παπαδόπουλος.
Το 1805 ξεσπά ρωσοτουρκικός πόλεμος και πάλι. Ο Σουλτάνος στις 5 Ιανουαρίου του 1807 διαμαρτύρεται: "Η αυλή της Πετρουπόλεως κατέστησε τας Επτά Νήσους κέντρον ενώσεως όλων των αποστατών του σουλτάνου..." Δύο μήνες αργότερα το Μάρτιο του 1807, ο Ρώσος ναύαρχος Σινιάβιν απευθύνει προκήρυξη καλώντας τους χριστιανικούς πληθυσμούς σε σύμπραξη κατά του κοινού εχθρού. Στην προκήρυξη δικαιολογεί τη στάση της Ρωσίας για τα ορλωφικά (1770), δεν αναφέρεται για απελευθέρωση της Ελλάδας, αλλά για συστράτευση με τις ρωσικές δυνάμεις, με αντάλλαγμα για την εξέγερση τους να απολαμβάνουν το "αυτοκρατορικό έλεος". Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την περιορισμένη κινητοποίηση των Ελλήνων. Ξεσηκώνονται μόνο οι κλεφταρματολοί των Αγράφων, της Ακαρνανίας, του Ολύμπου και η φιλορωσική μερίδα της Ύδρας με τους Κουντουριώτες.
Ο Κατσαντώνης στ' Άγραφα χτυπιέται με τους τουρκαλβανούς του Άγο Μουχουρντάρη που αλωνίζουν τη περιοχή. Προς συνάντηση με τον ρωσικό στόλο σπεύδουν με τους άνδρες τους οι κλεφταρματολοί Αθανάσιος Μπουκουβάλας των Αγράφων, ο Σταθάς ή Σταθάκης του Βάλτου και ο Αλέξης Καρακίτσος του Καρπενησίου, εγγονός του συνωνύμου του στην επανάσταση του 1770.

Στις αρχές Μαΐου του 1807, ο Βελή Πασάς με περίπου 11.000 Αλβανούς ιππείς και πεζούς, επιτίθεται στη Πρέβεζα, στη Βόνιτσα και κατόπιν στη Λευκάδα. Εκεί, ο Ιωάννης Καποδίστριας, με τη βοήθεια του στρατηγού Εμμανουήλ Παπαδόπουλου και του μητροπολίτη Ιγνάτιου, οργανώνει με επιτυχία την άμυνα του νησιού. Παράλληλα στέλνει μήνυμα στους Αντώνη Κατσαντώνη, Κίτσο Μπότσαρη, Σκυλοδήμο και σε πολλούς άλλους κλεφταρματολούς, να κατευθυνθούν προς τη Λευκάδα και με τη ρητή εντολή να χτυπούν τα στρατεύματα του εχθρού που θα συναντούν αποδεκατίζοντας τα.
Ο Κατσαντώνης, χωρίς δεύτερη σκέψη, κινεί για την Λευκάδα μαζί με τμήμα του Κίτσου Μπότσαρη. Κατά τη διαδρομή από την Ευρυτανία προς τη Λευκάδα, δίνει διαδοχικές νικηφόρες μάχες. Μία απ' αυτές σε ενέδρα που του έστησαν οι Τουρκαλβανοί στη γέφυρα του Μανώλη, σε μια προσπάθεια αποτροπής της πορείας του προς τη Λευκάδα. Στη διάρκεια της μάχης, σκοτώνεται από βόλι ο παλιός κλέφτης και έμπιστός του Βασίλης Δίπλας. Το φονικό βόλι τον βρήκε τη στιγμή που ρίχτηκε με το γιαταγάνι του πάνω στους Τούρκους, μαζί του σκοτώθηκαν και άλλοι δέκα σύντροφοί του. "...άφ ού έκλαψαν πικρώς την υστέρησίν του, τον ενταφίασαν ομού με τους άλλους κατά την συνήθειάν των...", "Εφιμερίς Αγίας Μάβρας τη Α' Ιουλίου 1807".
Με το χαμό του Δίπλα, οι Τουρκαλβανοί φοβούμενοι την εκδικητική μανία των Κατσαντωναίων, αποφεύγουν να αναμετρηθούν μαζί τους πάλι. Με την υπόσχεση της εκδίκησης φτάνουν στο Μαλατέικο του Βάλτου, όπου επιτίθενται διασκορπίζοντας τμήμα Τουρκαλβανών. Επίσης, στις Γούστρες του Ξηρομέρου, κατατροπώνουν 2000 Τουρκαλβανούς.
Αρχές Ιουλίου, ο Κατσαντώνης, φτάνει στη Λευκάδα και αποθεώνεται ως θριαμβευτής. Μαζί του και ο αδερφός του ο Κώστας Λεπενιώτης με 200 άνδρες.
Ο Fauril γράφει σχετικά: "Διά τον Κατσαντώνην υπήρξε αληθής θρίαμβος να εμφανισθή εις το μέσον του πλήθους αυτού των γενναίων, ανακηρυχθείς ομοφώνως ο γενναιότερος όλων και μεταξύ όλων ευκόλως διεκρίνετο και δια το υπερήφανον ύφος του, το οποίον ήρχετο εις αντίθεσιν με το βραχύ του ανάστημα και τα χρυσά του στολίδια, τα οποία ακτινοβολούσαν από όλα τα σημεία εις το πρόσωπόν του [...]. Το πλήθος έσπευδε να θαυμάση τον φοβερόν κλέφτην, τον οποίον εγνώριζε μόνον από την φήμην του".

Συγκαλείται τότε στη Αγία Μαύρα (Λευκάδα) υπό την προεδρία του Καποδίστρια συνέλευση κλεφταρματολών. Μεγάλος ενθουσιασμός επικρατεί. Όλοι οι κλέφτες αδελφωμένα, με υψωμένα και διασταυρωμένα τα γιαταγάνια τους, ορκίζονται στον ιερό σκοπό της απελευθέρωσης της Ελλάδας. Πρώτος ορκίζεται για λογαριασμό όλων ο Κατσαντώνης. Κατά τον Pouqueville: "Ο Κατσαντώνης, ενεργών εκ μέρος απάντων των οπλαρχηγών, ωρκίσθη να μη καταθέση τα όπλα πριν ίδη την ανεξαρτησία της Ελλάδος...".
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, τονίζει, μεταξύ άλλων, για την σημασία της: "Το μεγαλύτερον, το θαυμαστότερον, το ελληνικώτερον κατόρθωμα του αειμνήστου Καποδιστρίου υπήρξεν η εν Λευκάδι συγκέντρωσις όλων των ενδοξωτέρων καπετανάτων της Ρούμελης προς υπεράσπισιν της κινδυνευούσης Λευκάδος, και ο αδελφικός σύνδεσμος, όστις προέκυψεν εκ της συγκεντρώσεως ταύτης μεταξύ των σημαντικωτέρων οπλαρχηγών της δουλωμένης Ελλάδος. Οι κλέφται μεταμορφώθησαν εις κλεφτουριάν, δηλαδή απέβαλον την ιδέαν της ατομικής κεχωρισμένης κατά των εχθρών αντιδράσεως και συνησπίσθησαν και συνετάχθησαν υπό την αρχηγίαν του Κατζαντώνη εις στρατόν εθνικόν, εν και μόνον σύνθημα, άσπονδον κατά των τυράννων της πατρίδος πόλεμον, ένα και μόνον σκοπόν επιδιώκοντα, την απελευθέρωσιν της βασανιζομένης μητρός των".

Αλλά οι συνθήκες και τα παζάρια που ακολουθούν οι δυτικοί με τους Ρώσους, δεν συμβαδίζουν με τις προσδοκίες της Ελλάδας. Στις 12 Αυγούστου του 1807, υπογράφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας και στα Επτάνησα, αντί των Ρώσων, επανέρχονται οι Γάλλοι. Μετά την απροσδόκητη αυτή τροπή, οι καπεταναίοι βρίσκονται σε δίλημμα. Ο Κατσαντώνης πιστός στον όρκο μιας επανάστασης που δεν έγινε, επιστρέφει στην Ευρυτανία, όπου αρχίζει έναν ανελέητο πόλεμο με τους τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Ενός ανήσυχου Αλή Πασά, που έβαλε σκοπό να "καθαρίσει" με τα απροσκύνητα Άγραφα.

  • Γκιόλιας Μ., Ιστορία Της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1393 - 1821), Εκδόσεις «ΠΟΡΕΙΑ», Αθήνα 1999. 616 σελ.
  • Μαυρομύτης Γ.Α., Καρπενήσι 1810 - 1820, Εκδόσεις «ΠΑΝΕΥΡΥΤΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ», Αθήνα 2006. 173 σελ.
  • Μηχιώτης Χ., Τυμφρηστός και Τυμφρήστιοι, Εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΛΙΑ», Αθήνα 1990. 296 σελ.

ΚΟΡΥΦΗ

 

 
 
 
 
Τουριστικός οδηγός για την Ευρυτανία και το Καρπενήσι. ©TECHNOVISION - ΕΥΡΥΤΑΝΙΚΗ ΠΡΟΒΟΛΗ. Έδρα Καρπενήσι.